Στο άρθρο «Τα Παιδιά Του Κοραή»
είδαμε πως οι Έλληνες, αν και δεν έχασαν ποτέ την επαφή με την
πολιτιστική και πολιτισμική κληρονομιά τους, στο Βυζάντιο (και κατά την
περίοδο της τουρκοκρατίας) προτιμούσαν να χρησιμοποιούν το «Ρωμαίος».
Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κάποιος το γιατί.
Πριν προχωρήσουμε περισσότερο, και για να
προλάβουμε τα τυχόν προπαγανδιστικά γυαλιά που ίσως προσπαθήσουν να
φορέσουν διάφοροι καθηγητές ηψηλής κοπτοραπτικής στην ιστορία, πρέπει να
κάνουμε κατανοητό το εξής: Επίσημος προσδιορισμός βάσει φυλετικών
κριτηρίων δεν υπήρχε στο Βυζάντιο. Μπορεί να ήξερε κάποιος την
πολιτιστική και πολιτισμική κληρονομιά του και τους προγόνους του, αλλά η
λέξη «Ρωμαίος», όπως και η λέξη «Έλληνας» δεν
προσδιόριζαν τις αντίστοιχες έννοιες που προσδιορίζουν σήμερα. Ρωμαίος
μπορεί να ήταν και κάποιος από την Αρμενία ή την Συρία, αλλά θα ήταν
πολιτισμικά Έλληνας και Χριστιανός στην θρησκεία (και βέβαια θα γνώριζε
και τους προγόνους του, οποιασδήποτε εθνικότητας κι αν ήταν). Ανάλογα,
κάποιος που χαρακτηριζόταν ως Έλληνας ήταν συνεχιστής
της των Ελλήνων θρησκείας. Και λέω συνεχιστής, αφού η Ελληνική θρησκεία
άλλαξε πολύ ανά τους αιώνες, καθώς με την πάροδο των χρόνων εισήγαγε
πολλά ξενόφερτα στοιχεία (είχε ήδη εισαγάγει ακόμα και ξένες θεότητες),
όπως ο Διονυσιασμός, ενώ κατήντησε στα τελευταία του να είναι μία
θρησκεία ουσιαστικά άσχετη με τους Έλληνες, τα ήθη και τα έθιμά τους,
έχοντας ξεπέσει να γίνει ένα μίγμα δρυϊδικών και μιθραϊστικών ιδεολογιών
και δοξασιών.
Για να δούμε το πόσο πρόσφατη είναι
θεώρηση του Ελληνικού έθνους με φυλετικά κριτήρια, αρκεί να δούμε το
πρώτο σύνταγμα εν Ελλάδι που γράφηκε στην Επίδαυρο το 1822, από το «Τα Κατά την Αναγέννησιν της Ελλάδος», του Ανδρέου Μαμούκα, Πειραιάς, 1839, σελίδα 32:
Ὅσοι αὐτόχθονες κάτοικοι τῆς Ἐπικρατείας τῆς Ἑλλάδος πιστεύουσιν εἰς Χριστὸν, εἰσὶν Ἕλληνες, καὶ ἀπολαμβάνουσιν ἄνευ τινὸς διαφορᾶς ὅλων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Ὁμοίως Ἕλληνές εἰσι, καὶ τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων ἀπολαμβάνουσιν, ὅσοι ἔξωθεν ἐλθόντες, καὶ τὴν Ἑλληνικὴν φωνὴν πάτριον ἔχοντες, καὶ εἰς Χριστὸν πιστεύοντες ζητήσωσι, παῤῥησιαζόμενοι εἰς τοπικὴν Ἑλληνικῆς Ἐπαρχίας Ἀρχήν, νὰ ἐγκαταριθμηθώσι δι’ αὐτῆς εἰς τοὺς πολίτας Ἕλληνας.
Ενώ ο Ιωάννης Καποδίστριας απαντά στον
Ουίλλμοτ Όρτον στις 15 (σύμφωνα με το Γρηγοριανό ημερολόγιο, 3 σύμφωνα
με το Ιουλιανό) Οκτωβρίου 1827 ως προς το τι εννοείτο πως ελέγετο Ελλάδα
εκείνην την εποχή (η απάντηση σώζεται στο έργο του Εντουάρ Ντριώ, Histoire diplomatique de la Grèce de 1821 à nos jours, τόμος Ι, Παρίσι 1925, σελίδα 398 και στο Correspondance
Du Comte J Capodistrias, Président de la Grèce, Comprenant Ses Lettres
Diplomatiques, Administratives Et Particulières, τόμος Ι, σελίδες 265-266):
Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος σύγκειται ἐκ τῶν ἀνθρώπων οἵτινες ἀπὸ Ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως δὲν ἔπαυσαν ὁμολογοῦντες τὴν ὀρθόδοξον πίστην, καὶ τὴν γλῶσσαν τῶν Πατέρων αὐτῶν λαλοῦντες, καὶ διέμειναν ὑπὸ τὴν πνευματικὴν ἢ κοσμικὴν δικαιοδοσίαν τῆς Ἐκκλησίας των, ὅπου ποτε τῆς Τουρκίας καὶ ἂν κατοικῶσι.
Βέβαια, όπως είδαμε και στο προηγούμενο
άρθρο, οι άνθρωποι ήξεραν τους προγόνους τους, όπως και υπήρχε η έννοια
του Ελληνικού έθνους για χιλιάδες χρόνια, χωρίς αυτή να χαθεί. Άλλο όμως
το έθνος και άλλο η φυλή· γνωρίζουμε πως στην περίοδο της
τουρκοκρατίας, όταν ένας Χριστιανός γινόταν Μουσουλμάνος «τούρκευε», ενώ
αντίθετα όταν ένας Οθωμανός άλλαζε πίστη λεγόταν Χριστιανός, και ο
Καθολικός στην πίστη αλλά Έλληνας στην καταγωγή απεκαλείτο Φράγκος.
Δηλαδή οι εθνικοί/εθνοτικοί προσδιορισμοί γίνονταν βάσει ενός
συγκερασμού θρησκείας και καταγωγής, μέχρι και πριν 180 χρόνια.
Και ο Κολοκοτρώνης για τα συμβάντα της
φυλής μίλησε· η λέξη «φυλή» μπορεί να μην ήταν άγνωστη -άλλωστε για να
έχεις συνείδηση των προγόνων σου πρέπει να έχεις και μία συναίσθηση του
τι είναι φυλή- αλλά το νόημά της περίκλειε και την θρησκευτική πίστη.
Δηλαδή ουσιαστικά μιλούσε για το Ελληνικό έθνος, και δεν είχε στον νου
του την έννοια της φυλής με τον σημερινό προσδιορισμό.
Έχοντας εξετάσει το θέμα του
αυτοπροσδιορισμού λοιπόν, μπορούμε να δούμε και την αρχή της αλλαγής του
ονόματος. Πριν το διάταγμα του αυτοκράτορα Καρακάλλα, οι Έλληνες ήταν
πολίτες «δευτέρας» κατηγορίας στην Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, ακόμα και οι ελεύθεροι, απολαμβάνοντας μόνο ένα υποσύνολο του νόμου των εθνών. Το 212 μ.Χ. όμως, ο τελευταίος διεκύρηξε
πως όλοι οι ελεύθεροι πολίτες της αυτοκρατορίας είχαν το δικαίωμα να
αποκαλούνται Ρωμαίοι, το οποίο και σήμαινε πως οι Έλληνες δεν θα ήταν
πλέον υποτελείς, αλλά ίσοι τους. Όπως λοιπόν είναι κατανοητό, η ιδέα του
ισότιμου Ρωμαίου πολίτη ήταν ένα εξαιρετικό θέλγητρο. Και μην ξεχνάμε,
όπως έχουμε ήδη εξηγήσει, αυτό δεν σήμαινε πως ξαφνικά απαρνήθηκαν τους
προγόνους και την ιστορία τους, το αντίθετο μάλλον, εφόσον ο Καρακάλλας
μετέτρεψε τον όρο «Ρωμαίος» σε έναν όρο που περιέγραφε απλώς έναν
ελεύθερο και ισότιμο πολίτη που ζούσε οπουδήποτε στην Ρωμαϊκή
αυτοκρατορία. Μην ξεχνάμε πως ακόμα και Γερμανοί ήθελαν να αποκαλούνται Ρωμαίοι.
Τέλος, δεν πρέπει να παραγνωρίζουμε το
γεγονός πως ο Μέγας Κωνσταντίνος δεν έκανε τίποτε άλλο παρά να αλλάξει
την έδρα της Ρώμης. Αυτή η αλλαγή έγινε για την προστασία και το
συμφέρον της Ρωμαϊκής
αυτοκρατορίας. Ο ίδιος δεν ίδρυσε (τουλάχιστον ηθελημένα και εν γνώση
του) ούτε το Βυζάντιο, ούτε την συνέχεια του Ελληνιστικού κόσμου.
Μπορεί, όπως λέει ο Ράνσιμαν να γέμισε τους δρόμους, τις πλατείες και τα
μουσεία της νέας πρωτεύουσας με αρχαίους Ελληνικούς καλλιτεχνικούς
θησαυρούς για να δώσει έμφαση στον Ελληνισμό του, αλλά η αυτοκρατορία
ήταν ακόμα Ρωμαϊκή. Το οποίο σήμαινε πως μέσα σε μία υπερεθνική
αυτοκρατορία, εάν οι ίδιοι αυτοπροσδιορίζονταν ως Έλληνες, αυτομάτως θα
έχαναν το δικαίωμα να διοικούν μη Έλληνες. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε πως
το δυτικό τμήμα της αυτοκρατορίας, καραδοκούσε να αρπάξει από τα χέρια
του Βυζαντίου αυτόν τον τίτλο. Προσέξτε τον Ιωάννη Βατάτζη πώς από την
μία ξεκαθαρίζει για την Ελληνικότητά του, αλλά και με τι διπλωματικό
τρόπο είναι υποχρεωμένος να το κάνει (από το Ιστορία του βασιλείου της Νικαίας και του Δεσποτάτου της Ηπείρου (1204-1261), του Αντωνίου Μηλιαράκη, Αθήνα/Λειψία 1898, σελίδες 276-277):
Δὲν εἴχομεν χρείαν σοφίας ἵνα διαγνώσωμεν τίς καὶ ποῖος εἶνε ὁ σὸς θρόνος. Ἐὰν ἔκειτο ἐπὶ τῶν νεφελῶν ἢ μετέωρός που, ἴσως ὑπήρχεν ἀνάγκη σοφίας μετεωρολογικῆς πρὸς ἀνεύρεσίν του, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶνε ἐστηριγμένος ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ οὐδόλως διαφέρει τῶν λοιπῶν θρόνων, ἡ τούτου γνῶσις πρόχειρος εἶνε τοῖς πᾶσι.
Καὶ ὅτι μὲν ἀπό τοῦ ἡμετέρου γένους ἡ σοφία καὶ τὸ ἐκ ταύτης ἀγαθὸν ἤνθισε καὶ εἰς ἄλλους διεδόθη, καλῶς εἴρηται. Πῶς ὅμως ἠγνοήθη ἢ καὶ μὴ ἀγνοηθὲν, πῶς ἐσιγήθη, ὅτι μετὰ τῆς σοφίας εἶνε προσκεκληρωμένη εἰς τὸ γένος ἡμῶν παρὰ τοῦ μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ ἡ βασιλεία; Τίς ἀγνοεῖ ὅτι ὁ κλῆρος τῆς διαδοχῆς ἐκείνου εἰς τὸ ἡμέτερον διέβη γένος, καὶ ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ τούτου κληρονόμοι καὶ διάδοχοι;
Ἔπειτα σὺ ἀπαιτεῖς νὰ μὴ ἀγνοήσωμεν τὸν σὸν θρόνον καὶ τὰ τούτου προνόμια, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἔχομεν νὰ ἀνταπαιτήσωμεν ὅπως διαβλέψῃς καὶ γνωρίσῃς τὰ δικαιώματα ἡμῶν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τοῦ κράτους τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ὅπερ, ἀπὸ τοῦ Μεγὰλου Κωνσταντὶνου ἐπὶ χιλιετηρίδα παραταθὲν, ἔφθασεν ἄχρις ἡμῶν. Οἱ γενάρχαι τῆς βασιλείας μου, οἱ ἀπὸ τοῦ γένους τῶν Δουκῶν καὶ Κομνηνῶν, ἵνα μὴ τοὺς ἄλλους λέγω, τοὺς ἀπό γενῶν Ἑλληνικῶν ἄρξαντας ἐπὶ πολλὰς ἑκατοστύας ἐτῶν τὴν ἀρχὴν κατέσχον τῆς Κωνσταντινουπόλεως, οὓς καὶ ἡ τῆς Ῥώμης ἐκκλησία καὶ οἱ ἱερὰρχαι προσηγόρευον Ῥωμαίων αὐτοκράτορας.
Δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το πώς
από την μία διαχωρίζει το γένος του (στην δεύτερη παράγραφο) και μιλάει
για την Ελληνική καταγωγή του (στις τελευταίες δύο γραμμές), αλλά
αποφεύγει να χαρακτηρίσει τον εαυτό του και τους προκατόχους του τίποτε
άλλο από Ρωμαίους αυτοκράτορες.
Πιστεύω πλέον να είναι ξεκάθαρο το πως ο
χαρακτηρισμός «Ρωμαίος» δεν ήταν τίποτε άλλο από ένας πολιτικός όρος, ο
οποίος δεν σήμαινε κάποια απάρνηση του παρελθόντος, ήταν όμως αναγκαίος
αρχικά για τους Έλληνες πολίτες ώστε να μπορούν να απολαμβάνουν
ελευθερίες και μετά ώστε να μπορεί να διοικηθεί η αυτοκρατορία. Γι’ αυτό
και δεν είναι σύμπτωση πως οι αναφορές στην λέξη «Έλληνας» και όχι με
τον θρησκευτικό όρο, πληθαίνουν μετά το 1204 και την πτώση της
Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους. Τα εδάφη τα οποία αποτελούσαν
πλέον το Βυζάντιο ήταν παραδοσιακά ελληνικά και έτσι, μη όντας μία
υπερεθνική αυτοκρατορία, ο όρος «Έλληνας» μπορούσε να χρησιμοποιηθεί
πάλι.
