ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ ΚΟΡΑΗ


Ο Αδαμάντιος Κοραής.
Σε αυτό και το επόμενο άρθρο θα ασχοληθώ συνοπτικά με την διαστρέβλωση που έχει υποστεί ένα συγκεκριμένο τμήμα της Ελληνικής ιστορίας, συγκεκριμένα αυτό που είναι ευρύτερα γνωστό ως «Βυζαντινή Ιστορία». Και θέλω να επικεντρωθώ σε αυτό γιατί αργότερα θέλω να δείτε ποιοι και πώς επωφελούνται από αυτήν την διαστρέβλωση, ώστε να αναρωτηθείτε εάν πράγματι είναι αυτό που λένε πως είναι.

Η ιστορία μας αρχίζει λοιπόν με τον Αδαμάντιο Κοραή, ο οποίος είχε την χείριστη εντύπωση για το Βυζάντιο (να με συγχωρέσουν οι φίλοι που γνωρίζουν πως η λέξη «Βυζάντιο» είναι αδόκιμη, αλλά αυτήν χρησιμοποιώ καθώς ο όρος είναι ευρύτερα γνωστός). Παραδείγματος χάριν, γράφει το 1819 στο «Στοχασμοί Κρίτωνος» (σελίδα 5):
Ὅλην τοῦ τὴν ἀρετὴ (σ.σ. του έθνους) τοῦ ἀφαίρεσεν ἡ δουλεία. Ἰδοὺ ἡ ζωγραφία μας, ἀφ ὅτου μας ἐπάτησεν ὁ Φίλιππος ἐῷς εἰς τὸ ἔτος 1453.

Όπως ξεκάθαρα βλέπει ο αναγνώστης, ο ίδιος είχε επηρεαστεί ιδιαίτερα από τον Γαλλικό Διαφωτισμό, καθώς είχε εγκατασταθεί στο παρίσι από το 1788, έναν χρόνο πριν από την Γαλλική επανάσταση. Αυτό τον έκανε να βάζει τα πράγματα σε ένα ιδιαίτερο μπαλάντζο, αφού είναι έκδηλο το ότι για αυτόν ό,τι, όταν και όπου δεν υπάρχει δημοκρατικό πολίτευμα, είναι μίασμα. Ακόμα χειρότερα, ιδιαίτερες ιστορικές γνώσεις δεν είχε, καθώς είχε σπουδάσει ιατρική στο Μονπελιέ, μάλιστα χωρίς να την έχει τελειώσει. Τέλος, δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός πως όχι μόνο η Βυζαντινολογία δεν ήταν ανεπτυγμένη εκείνη την εποχή και άρα η πρόσβαση σε ιστορικές πηγές, είτε πρωτογενείς, είτε δευτερογενείς ήταν όχι μόνο δύσκολη σε σχέση με αυτήν άλλων περιόδων (ουσιαστικά μόνο ο Ιερώνυμος Βολφ, ο Εδουάρδος Γίββων και ο Μοντεσκιέ υπήρχαν ως δευτερογενείς πηγές), αλλά και η μελέτη εκείνης της περιόδου εθεωρείτο χάσιμο χρόνου. Μην ξεχνάμε άλλωστε πως η φιλοσοφία της περιόδου κατά την οποίαν ζούσε ο Κοραής, θεωρούσε η ίδια το Βυζάντιο ως βδέλλυγμα, αφού θα μπορούσαμε να πούμε πως ήταν θεοκρατικό, το οποίο παρέπεμπε στον Πάπα και τον σκοταδισμό.
Κάπως έτσι, μεταβαίνουμε στον Κωνσταντίνο Σάθα (πραγματικό όνομα Κωνσταντίνος Σαθόπουλος) και στα μέσα του 19ου αιώνα, ο οποίος αν και θεωρείται ένας από τους θεμελιωτές των Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών σπουδών στην Ελλάδα (μαζί με τους λιγότερο γνωστούς Μανουήλ Γεδδεών και Αθανάσιο Παπαδόπουλο-Κεραμέα), η γνώμη του για το Βυζάντιο ήταν μάλλον προς το αρνητικό πρόσημο. Αυτό ήταν επειδή αντίθετα με την σημερινή επικρατούσα άποψη, θεωρούσε πως ο όρος «Ρωμαίος» δεν ήταν πολιτικός όρος, αφού έκρινε με τους εθνικούς και φυλετικούς όρους της εποχής του (και σημερινούς βέβαια)· έτσι, το συμπέρασμα πως ο όρος χρησιμοποιείτο κυριολεκτικά ήταν φυσικό παρεπόμενο, οδηγώντας τον σε λανθασμένα συμπεράσματα. Για παράδειγμα γράφει στο «Μεσαιωνικής Βιβλιοθήκης Τόμος Έβδομος» (Εισαγωγή, σελίδα κγ’):
Ὁ ἐν Νικαίᾳ ἀναπτυχθεὶς ἑλληνισμὸς ἐφὰνη πρὸς στιγμὴν ἀπειλῶν καὶ αὐτὸ τὸ χριστιανικὸν καθεστὼς, γεγονὸς ὁπωσοῦν δικαιολογοῦν τὸ πρὸς τοὺς Ἕλληνας μῖσος τῆς ἐκκλησίας, ἥτις ἐκ πείρας ἐγίνωσκεν ὅτι αἱ θρησκεῖαι ἐν μόνῳ τῷ σκότει γεννῶνται καὶ θριαμβεύουσι, καὶ ὅτι ἀμείλικτος αὐτῶν ἐχθρὸς εἰσὶ τὰ γράμματα, δηλαδὴ τὸ ἑλληνικὸν πνεῦμα.
«Μεσαιωνικής Βιβλιοθήκης Τόμος Έβδομος» (Εισαγωγή, σελίδα μ’):
Οἱ βυζαντινοὶ βεβαίως ἔσφαλλον μὴ ὑποστηρίξαντες τὰ ἑλληνικὰ γράμματα, ὄργανον πολὺ τοῦ χριστιανισμοῦ καταλληλότερον εἰς ἐξημέρωσιν καὶ ἐκπολιτισμὸν τοῦ κράτους, καὶ ἐξ ἀπεχθείας πρὸς τὸν ἑλληνισμὸν ἀναπτύξαντες πολλὰς γραπτὰς γλώσσας τῶν ὑποκειμένων καὶ ἡμιτελῶς ἐξελληνισμένων βαρβάρων, βαρβαρώσαντες οὕτω πολλοὺς τῶν ἤδη διὰ τοῦ ἑλληνισμοῦ ἐξημερωμένων…
«Μεσαιωνικής Βιβλιοθήκης Τόμος Έβδομος» (Εισαγωγή, σελίδα μβ’):
Ἡ πρὸς τὸ Ρωμαϊκὸν ὄνομα προτίμησις τοῦ χριστιανισμοῦ καὶ τὸ καθ’ Ἑλλήνων ἀκατανόητον μῖσος τῶν Βυζαντινῶν, ἐναντίον πάσης ἱστορικῆς παραδόσεως καὶ αὐτῆς μάλιστα τῆς διδασκαλίας τοῦ Εὐαγγελίου, ἀποτελοῦσι δύο σπουδαιοτάτας ἀφετηρίας ἐξ ὧν ἀναχωροῦσα ἡ ἱστορία ἔχει καθήκον νὰ ἐξετάσῃ ἀπαθῶς καὶ εἰς τιμὴν αὐτῆς ἀνακαλύψῃ τὸν μυστηριώδη λόγον τῆς ἀδικωτάτης προγραφῆς ἔθνους, τὸ ὁποῖον οὐδόλως ἐνεχόμενον εἰς τὰ μαρτυρικὰ αἵματα τὰ ὁποῖα μόνοι οἱ Ρωμαῖοι ἔχυσαν, ἐξ ἐναντίας ἐξηυγένισε καὶ ἐκραταίωσε τὸ νῦν ἐπικρατοῦν θρήσκευμα.
Εδώ έδωσα τρία διαφορετικά παραδείγματα, από το ίδιο βιβλίο, με απόσταση μερικών σελίδων για να δείξω ακριβώς την γνώμη του Σάθα επάνω στο θέμα. Το εάν έχει δίκιο και ποια ήταν η αλήθεια, αυτό θα το δούμε σε λίγο. Πάντως, όπως και ο Κοραής, δεν εξυπηρετούσε κάποιους ή είχε κάποιον πονηρό σκοπό ώστε να υποβαθμίσει το Βυζάντιο, το οποίο έτσι κι αλλιώς κατά την εποχή του δεν είχε καμία αίγλη. Απλά, η φιλοσοφία και η αντιμετώπιση των ιστορικών ως προς το Βυζάντιο ήταν ίδια με την περίοδο του Κοραή. Οι Βυζαντινές σπουδές θα μπορούσαμε να πούμε ότι ήταν στατικές. Οι δευτερογενείς πηγές ήταν ελάχιστες, με τα πιο διαδεδομένα κείμενα της εποχής να είναι αυτά του Γίββωνα, ο οποίος ήταν αρνητικός προς αυτό και έτσι ο Σάθας ήταν αναγκασμένος ως ιστορικός μελετητής να χρησιμοποιήσει τις πρωτογενείς πηγές, αλλά όπως επεξηγήσαμε και πρωτύτερα, με λανθασμένη οπτική, δηλαδή με εθνικούς και φυλετικούς όρους, ενώ το Βυζάντιο ήταν μία αυτοκρατορία βασισμένη στην θρησκεία.
Κατά την περίοδο της αποσύρσεως του Σάθα λόγω ασθενείας και οικονομικών προβλημάτων όμως, οι Βυζαντινές σπουδές άρχισαν να παίρνουν μία αναπάντεχη στροφή, καθώς ξένοι μελετητές και ιστορικοί άρχισαν να μελετούν το Βυζάντιο αρχίζοντας με τον Κάρολο Ντηλ και τον Αλέξανδρο Βασίλιεφ, οι οποίοι ουσιαστικά ήταν οι πρώτοι οι οποίοι το αντιμετώπισαν ψυχραιμότερα από παλαιότερους ερευνητές, προσφέροντας μία εντελώς καινούργια οπτική. Και όσο περισσότεροι μελετητές ασχολούνταν με αυτό και όσο περισσότερο χρόνο το μελετούσαν, τόσο έφταναν στο συμπέρασμα πως όχι μόνο ο Βυζαντινός πολιτισμός δεν ήταν αμελητέος, όχι μόνο ήταν και πολιτιστικά και πολιτισμικά η συνέχεια του Ελληνικού πολιτισμού, αλλά και πως οι κάτοικοί του μπορεί να αυτοαποκαλούνταν Ρωμαίοι, αλλά ήταν τέτοιοι μόνον κατ’ όνομα, καθώς κατά τα άλλα, ήταν Έλληνες σε κάθε πλευρά της ζωής τους. Όχι απλά η παιδεία τους ήταν Ελληνική -βέβαια θα μπορούσε να πει κάποιος πως το μεγαλύτερο κομμάτι του πληθυσμού του Βυζαντίου δεν είχε «πάει σχολείο» (ο Μάϊκλ Ο ‘Ρουρκ στο «Byzantium: The Long Revival, 815-976», σελ. 131, υπολογίζει πως ο μισός πλούσιος πληθυσμός και το ένα όγδοο του φτωχού ήταν εγγράμματοι, άρα καθόλου αμελητέα ποσότητα)- αλλά γνωρίζουμε πως η απαγγελία αποσπασμάτων του Ομήρου από μνήμης ήταν καθημερινό φαινόμενο, όπως θα χρησιμοποιούσε ένας Άγγλος αργότερα αποφθέγματα του Σαίξπηρ. Όταν για παράδειγμα η ερωμένη του Κωνσταντίνου Θ’ του μονομάχου εμφανίστηκε σε δημόσια πομπή ακούστηκε το εξής απόφθεγμα από την Ιλιάδα:
οὐ νέμεσις Τρῶας καὶ ἐϋκνήμιδας Ἀχαιοὺς
τοιῇδ’ ἀμφὶ γυναικὶ πολὺν χρόνον ἄλγεα πάσχειν
Υπάρχουν τόσα παραδείγματα τα οποία μας δείχνουν πως όχι απλά οι άνθρωποι τιμούσαν τους Έλληνες, αλλά είχαν εμμονή μαζί τους. Μέχρι και στα μικροπράγματα. Για παράδειγμα, ειδικά από τον 10ο αιώνα και μετά, είχαν μούσι, όπως και οι περισσότεροι αρχαίοι Έλληνες (εκτός από τον Μέγα Αλέξανδρο, ο οποίος εικάζεται πως συμβούλευε τους στρατιώτες του να μη έχουν μούσι ώστε να μην μπορούν οι αντίπαλοί τους να το εκμεταλλευθούν σε πάλη σώμα με σώμα), αν και για να είμαστε αντικειμενικοί, υπάρχει η πιθανότητα απλά αυτό να συμβόλιζε αρρενωπότητα (ο Σων Τάφερ στο βιβλίο «The Byzantine World» του Πωλ Στήβενσον, κεφάλαιο 7, αμφιβάλλει για την ορθότητα της θεωρίας της αρρενωπότητας). Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο ρήτωρας της Τύρου Ιουλιανός, ο οποίος δεν γευμάτιζε εάν δεν σιγουρευόταν πως κάθε λέξη του τιμοκαταλόγου αναφερόταν από τους κλασσικούς συγγραφείς, από την οποία πρακτική πήρε και το παρατσούκλι «Κειτούκειος» (Κείται ή ουκείται). Τέλος, μην ξεχνάμε πως στην περίοδο κατά την οποία ο Πάπας είχε βυθίσει την επιστήμη στο σκότος, στο Βυζάντιο υπήρχαν και γηροκομεία και νοσοκομεία, όπου οι γιατροί αφού έπαιρναν τον σφυγμό του ασθενούς, επεξεργάζονταν τα ούρα και τα περιττώματα, καθώς η ιατρική βασιζόταν στις θεωρίες του Γαληνού και του Ιπποκράτη. Έτσι βλέπουμε για παράδειγμα τον Στούρε Λιννέρ στην «Ιστορία του Βυζαντινού Πολιτισμού» (Εκδόσεις Γκοβόστη, Αθήνα, 1999, σελίδες 219-220) όχι μόνο να μας λέει πως «είχαν πάντοτε συνείδηση του ελληνικού τους παρελθόντος», αλλά και:
Την ώρα που η πολιτική εξουσία κατέρρεε, οι Βυζαντινοί κρατιούνταν γερά από τη μεγάλη τους πολιτιστική περιουσία. Σε έναν κόσμο που θαύμαζε όλο και περισσότερο την αρχαία ελληνική παιδεία, εκείνοι διεκδικούσαν το δικαίωμα να είναι Έλληνες, άμεσοι κληρονόμοι των ποιητών και των φιλοσόφων, των ιστορικών και των επιστημόνων της Ελλάδας των περασμένων αιώνων.
Ο Νόρμαν Χέπμπουρν Μπέϊνς στο «Byzantium, An Introduction To East Roman Civilization» που συνέγραψε με τον Χένρυ Σαιντ Λώρενς Μπώφορτ Μος (Εισαγωγή, σελίδες xix-xx) λέει:
Μέσα στην Αυτοκρατορία, ο πολιτισμός του Ελληνιστικού κόσμου που είχε αναδυθεί από τα βασίλεια των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου συνεχίζει να ζει και πλάθει το κατόρθωμα της Ανατολικής Ρώμης. Διότι οι Βυζαντινοί είναι Χριστιανοί Αλεξανδρινοί. Στην τέχνη ακόμα ακολουθούν τα Ελληνιστικά μοντέλα· κληρονομούν την ρητορική παράδοση, την φιλομάθεια, τον θαυμασμό για την Μεγάλη Εποχή της κλασσικής Ελλάδος η οποία χαρακτήριζε τους μαθητές του βασιλείου των Πτολεμαίων.
Βλέπουμε λοιπόν, πως στο εξωτερικό οι ιστορικοί μελετητές έχουν οδηγηθεί στο συμπέρασμα πως το Βυζάντιο ήταν μία Ελληνική αυτοκρατορία, γεγονός που οδήγησε τον Ντοστογιέφσκι να γράψει στο προσωπικό του ημερολόγιο, 26 Ιουνίου 1876:
Δεν μπορώ να πιστέψω ότι οι Έλληνες είναι οι μοναδικοί κληρονόμοι του Βυζαντίου.
Ενώ ο Χέρμπερτ Τζωρτζ Γουέλς, στο «The Outline Of History», Τόμος Ι, σελίδα 276, μας λέει:
Η Ανατολική αυτοκρατορία ήταν από τις αρχές του διαχωρισμού της Ελληνόφωνη, και η συνέχιση, αν και μία εκφυλισμένη συνέχεια, της Ελληνικής παράδοσης. Το πνευματικό της κέντρο δεν ήταν πλέον η Ελλάδα, αλλά η Αλεξάνδρεια…Παρ’ όλα αυτά, ήταν Ελληνική. Ο Ρωμαίος είχε έρθει και είχε φύγει πάλι.
Ο Κ.Θ. Δημαράς και ο πρώτος τόμος
του περιοδικού που δημιούργησε το 1963.

Στην Ελλάδα όμως, τα πράγματα ήταν και εξακολουθούν να είναι εντελώς διαφορετικά. Την ίδια στιγμή που ξένοι μελετητές πετάνε τις παρωπίδες τους και ανακαλύπτουν την Ελληνικότητα του Βυζαντίου και πως οι κάτοικοί του χρησιμοποιούσαν τον όρο «Ρωμαίος» καθαρά για πολιτικούς λόγους, ενώ παράλληλα γνώριζαν πολύ καλά την ιστορία και το παρελθόν τους, στα λημέρια μας η ιστορία και οι Βυζαντινές σπουδές έχουν ως κύρια βάση τους ιδέες και βιβλιογραφία από λογίους όπως ο Κωνσταντίνος Θησέως Δημαράς.
Ο Κ. Θ. Δημαράς, οδηγούμενος από την ιδεολογία του, αγνόησε πλήρως τις εξελίξεις στην Βυζαντινολογία, υποστηρίζοντας στο έργο του «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» ότι οι Χριστιανοί στον Ελλαδικό χώρο δεν είχαν αυτοπροσδιοριστεί ποτέ ως Έλληνες ούτε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, αλλά ούτε και του Βυζαντίου, αφού αυτό δήλωνε τον παγανιστή και ήταν ύβρις. Βέβαια, δεν έχει απολύτως άδικο, καθώς πράγματι το «Έλληνας» χρησιμοποιείτο κυρίως για να καταδείξει τον ακολουθούντα την Ελληνική θρησκεία, αφού έτσι κι αλλιώς οι κάτοικοι της Βυζαντινής αυτοκρατορίας αυτοαποκαλούνταν Ρωμαίοι και κάπως θα έπρεπε να διαχωρίσουν τους Χριστιανούς από τους Έλληνες στη θρησκεία. Όμως η θεωρία του μπάζει από παντού, αφού όχι μόνο ξεχνάει κάποιον ονόματι Ελ Γκρέκο, αλλά υπάρχουν περιστάσεις στις οποίες η λέξη «Έλληνας» όχι μόνο δεν χρησιμοποιείται ως ύβρις ή θρησκευτικός προσδιορισμός, αλλά αναφωνείται περήφανα για να καταδείξει ότι αυτή είναι η καταγωγή και η πολιτισμική συνείδηση αυτών των ανθρώπων. Εάν ο Κ.Θ. Δημαράς είχε διαβάσει Κ. Σάθα, σίγουρα δεν θα του είχε ξεφύγει πως στο «Τουρκοκρατουμένη Ἑλλάς: ἱστορικόν δοκίμιον περί τῶν πρὸς ἀποτίναξιν τοῦ Ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ ἐπαναστάσεων τοῦ Ἑλληνικού Ἕθνους (1453-1821)», στο κεφάλαιο «Ἀπόπειραι πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν Ἑλλήνων», σελίδα 84, ο Ιανός Λάσκαρις λέει εν έτει 1525:
Προχθὲς ἐπαρουσίασα εἰς τὴν ὑμετέραν Μεγαλειότητα τὸ διάταγμα τῆς Α. Ἁγιότητος τοῦ πάπα, καὶ τῇ εἶπον μόνον, ὅτι ἤμην προὔχων Ἕλλην εὐπατρίδης…
Στις σελίδες 87-88 του ιδίου έργου λέει ο ίδιος συνεχίζοντας τον λόγο του:
Ὅτι δὲ εἶπον τῇ ὑμετέρᾳ Ὑψηλότητι τὸ λέγω οὐ μόνον ἐν ὀνόματι τοῦ ἀποστέλλοντός με, ἀλλὰ, μὴ σᾶς φανῇ παράδοξον, καὶ ἐξ ὀνόματος τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, ἤτις μὲ στέλλει ὅπως σᾶς καθικετεύσω, Μεγαλειότατε, ἵνα λάβητε περὶ αὐτῆς ἔλεος.
»Λέγων δὲ ἀρχαίαν Ἑλλάδα ἐννοῶ, ὅτι λαλῶ περὶ τῶν μεγάλων ἀνδρῶν τοὺς ὁποίους παρήγαγε, καὶ οἵτινες ἐξῳκείωσαν & καθωράϊσαν τὸν κόσμον μετὰ πάσης ἀρετῆς καὶ σοφίας. Τοιοῦτοι εἶνε οἱ ἥρωες Ἡρακλῆς, Θησεὺς, Ἰάσων, καὶ ἄλλοι ὅμοιοι αὐτοῖς· οἱ μεγάλοι στρατηγοὶ καὶ πολῖται Θεμιστοκλῆς, Ἀριστείδης, Ἐπαμινώνδας· οἱ βασιλεῖς Ἀγησίλαος, Φίλιππος καὶ Ἀλέξανδρος· οἱ πρῶτοι συγγραφεῖς τῆς ἀνθρωπίνου ἐπιστήμης, ποιηταὶ καὶ ἱστορικοὶ, καὶ ταμίαι τῶν ἐναρέτων πράξεων τῶν ἡγεμόνων, Ὅμηρος, Πίνδαρος, Ἡσίοδος, Ξενοφῶν, Θουκυδίδης, Πλούταρχος· οἱ ἐρευνηταὶ τῆς φύσεως καὶ ἑρμηνευταὶ τῶν θείων καὶ ανθρωπίνων Πλάτων, Ἀριστοτέλης, καὶ πολλοὶ ἄλλοι τούτοις ὅμοιοι· οἱ μαθηματικοὶ καὶ γεωγράφοι Ἵππαρχος, Στράβων, Πτολεμαῖος· οἱ περὶ ὑγείας συγγραφεῖς Ἱπποκράτης καὶ Γαληνός· ὁ χορὸς τῶν θεολόγων, ὁ μέγας Βασίλειος, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, καὶ πλήθος ἄλλων διαπρεψάντων ἐν πᾶσι τοῖς κλάδοις καὶ ταῖς έπιστήμαις. Οἱ Ἕλληνες εἰσήγαγον αὐτὰς διδάξαντες καὶ τ’ ἄλλα ἔθνη, καὶ ἰδίως τοὺς κατοὶκους τῆς Εὐρώπης, ὡς Ἰταλοὺς, Γερμανοὺς, Ἱσπανοὺς, Γάλλους, καὶ ἄλλους. Ὅλοι οἱ Ἕλληνες οὗτοι ἔδωκαν τοὺς νόμους, τὴν θρησκείαν, καὶ τα ἤθη, ἅτινα καθιστῶσι τοὺς ἀνθρώπους ἐντελεῖς.
»Ὅθεν δύνασθε, Μεγαλειότατε, ἐν τῇ ὑμετέρᾳ δικαιοσύνῃ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὁπόσας ὑποχρεώσεις ἔχουσι πάντες οὗτοι πρὸς τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος· καὶ τῇ ἀληθείᾳ ὤφειλον ν’ ἀναγνωρίσωσι τὴν Ἑλλάδα ὡς μητέρα αὐτῶν καὶ διατηρῶσι τὴν ἀνάμνησιν τῶν προαναφερθέντων ἀνδρῶν, θεωροῦντες αὐτοὺς ὡς διδασκάλους καὶ προστάτας των. Πάντες οὗτοι μὲ ἀποστέλλουσι πρὸς τὴν Ὑμετέραν καισαρικὴν Μεγαλειότητα. Μὴ νομίσητε δὲ, Μεγαλειότατε, ὅτι τοῦτο εἶνε ὄνειρον, ἀλλ’ ἀγαθὴ ὑπόθεσις· διότι ἂν ὅλοι ἠδύναντο νὰ συνέλθωσιν ἔν τινι τόπῳ καὶ ἐν σώματι συνδιασκεφθῶσι, ἤθελον ἀληθῶς μὲ στείλει πρὸς τὴν ὑμετέραν Μεγαλειότητα καὶ ἤθελον ζητήσει παρ’ Ὑμῶν τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς πατρίδος των κατεχομένης ὑπὸ ἀνθρώπων ἀπίστων καὶ ὀλετήρων, ἵνα οἱ παρόντες ἀπόγονοι αὐτῶν καταλάβωσι τὴν ἀνήκουσαν αὐτοῖς ἕδραν τὴν ὁποίαν καὶ αὐτοὶ ζῶντες κατεῖχον, διδάσκοντες τοὺς ἀνθρώπους διὰ τῶν διδαχῶν καὶ παραδειγμάτων των, ἵνα μὴ οὕτω σβεσθῇ ἡ φήμη, ἡ δόξα, καὶ σοφία αὐτῶν, ὡς νῦν ἔσβεσται ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν ἄλλοις τόποις, ἔνθα μόνον θετική τις σκιὰ παρέμεινε.
Η θεωρία του Δημαρά, όπως είναι ευνόητο έχει αγαπηθεί και τηρείται ως ευαγγέλιο από πάσης φύσεως ιστορικούς, κυρίως μαρξιστές και «ευρωλιγούρηδες» στην εποχή μας, ώστε να δειχθεί πως το Ελληνικό έθνος και η Ελληνική συνείδηση δημιουργήθηκαν τεχνητά, αλλά όπως βλέπουμε ακόμα και στην Τουρκοκρατία, οι άνθρωποι γνώριζαν τους προγόνους τους και έννοιες όπως «Έλληνας» και «Ελληνικό έθνος» υφίσταντο, αν και το «Ρωμιός» ήταν ο πιο διαδεδομένος τρόπος αυτοπροσδιορισμού.
Βέβαια, ο λόγος του Λάσκαρι είναι απάντηση και στον Δημαρά, αλλά και στους πνευματικούς απογόνους του, αφού βλέπουμε στο τέλος πως αναφέρει ότι η φήμη, η δόξα και η σοφία των αρχαίων Ελλήνων είχε σβήσει, αλλά είχε μείνει κάποια θετική σκιά τους, το οποίο δείχνει και το επίπεδο της παιδείας στην Οθωμανική αυτοκρατορία (ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης στο «Διήγησης Συμβάντων της Ελληνικής Φυλής, σελίδα 48» μας λέει πως τα σχολεία ήταν ελάχιστα και κάτι παλαιοί κοτζαμπάσηδες μόλις ήξεραν να γράφουν το όνομά τους). Οι «εκσυγχρονιστές» και «προοδευτικοί» ιστορικοί, πνευματικοί απόγονοι του Δημαρά, δεν έχουν άλλη επιλογή από το να εξυμνούν τα καλά της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και να υποστηρίζουν ότι το επίπεδο της μάθησης στα σχολεία ήταν τέτοιο, ώστε να μην υπήρχε ανάγκη για κρυφά σχολεία, γιατί αλλιώς το ότι η Ελληνική συνείδηση εμφυτεύθηκε καταρρέει. Αν δεν υπήρχαν τα μέσα, δηλαδή η παιδεία, πώς επιτεύχθηκε η εμφύτευση; Με τηλεπάθεια, ή κάποιος τους είπε κάποια στιγμή πως ήταν κάτι άγνωστο, ξένο και μιαρό γι’ αυτούς και αυτοί τον πίστεψαν, με αποτέλεσμα να κάνουν επανάσταση κατά των Οθωμανών; Βλέποντας λοιπόν την φοβερή επιστημοσύνη της πλευράς του Δημαρά, ας προχωρήσουμε σε μία άλλη επικρατούσα άποψη λέγοντας ότι θα επανέλθουμε για να απαντήσουμε και σε αυτόν, αλλά και σε ένα άλλο θεωρητικό ρεύμα για το τι συνέβαινε από άποψης εθνικής συνείδησης στο Βυζάντιο.
Διαβάζοντας για τις θεωρίες του Δημαρά, κάποιος σίγουρα θα αναρωτιέται αν υπάρχει και το άλλο στρατόπεδο. Και βέβαια υπάρχει, και είναι ουσιαστικά το ίδιο! Η δεύτερη μεγαλύτερη επικρατούσα άποψη για το Βυζάντιο στα «Ελληνικά» πανεπιστήμια είναι ο λεγόμενος Ρωμανιδισμός. Αυτός ξεκίνησε από έναν θεολόγο, τον Ιωάννη Ρωμανίδη ο οποίος ως τέτοιος, προτίμησε να δει τα γεγονότα με ένα πολωμένο μάτι ώστε να απορρίψει τον φυλετισμό, κόβωντας και ράβοντας την ιστορία, ώστε να δείξει πως αφού οι Έλληνες αυτοπροσδιορίζονταν ως Ρωμαίοι στο Βυζάντιο,  τότε πρέπει να ήταν εξελληνισμένοι Ρωμαίοι (βέβαια κατά τον Ρωμανίδη, και οι Ρωμαίοι ήταν εκρωμαϊσθέντες Έλληνες, αλλά αυτό είναι μία άλλη ιστορία). Ας δούμε μερικά ιστορικά γεγονότα όμως, τα οποία ο Ρωμανίδης φαίνεται να ξεχνά, όπως βέβαια και ο Δημαράς, τα οποία δείχνουν ότι οι Βυζαντινοί μπορεί να αυτοαποκαλούνταν Ρωμαίοι, αλλά όχι μόνο είχαν πλήρως Ελληνική συνείδηση, αλλά και θεωρούσαν τους εαυτούς τους Έλληνες στην καταγωγή. Κατ’ αρχάς, οι αναφορές μετά το 1204 και την πτώση της Κωνσταντινούπολης από τους σταυροφόρους (και για πολλούς η περίοδος κατά την οποία ξεκίνησε η νεοελληνική συνείδηση) πληθαίνουν, καθώς τα εδάφη τα οποία αποτελούσαν πλέον το Βυζάντιο ήταν παραδοσιακά ελληνικά και έτσι, μη όντας πια μία υπερεθνική αυτοκρατορία, ο όρος «Έλληνας» μπορούσε να χρησιμοποιηθεί πάλι. Για παράδειγμα, ο Νικόλαος Καβάσιλας γύρω στο 1345 γράφει (Nicolaus Cabasilas Rhet. et Theol., Epistulae. {3224.008}):
Ὁ δὲ πρὸς τὸν μάρτυρα λόγος νέον τεχθεὶς ἔτι δεῖται τῶν γιγνομένων, νοσοῦντι δὲ οὐκ ἐξῆν τοὺς λόγους ἰᾶσθαι. Καὶ διὰ ταῦτα δὴ μὴ κεκαθαρμένος οὐ τὸ νῦν ἔχον ἧκε. Μὴ φανεὶς οὕτως ἔχων, λυπήσει τοὺς ἐν ἡμῖν Ἕλληνας.
Ο Ιωάννης Αργυρόπουλος (Joannes Argyropulus Gramm., Βασιλικὸς ἢ περὶ βασιλείας πρὸς τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνον τὸν Παλαιολόγον. {4237.004}) απευθύνεται στον αυτοκράτορα λέγοντας:
Σοὶ δ’ ἂν εἴη λοιπὸν, ὦ θειότατε βασιλεῦ, καὶ τοῦ μεγαλοπρεποῦς σου φρονήματος ὑπὲρ τῆς τῶν Ἑλλήνων ἐλευθερίας ἐντεῦθεν καὶ τὸν ἀπὸ γραμμῆς λίθον κινῆσαι, τοῦτο δὴ τὸ τοῦ λόγου. Ἐλπὶς γὰρ ἅπασιν ἀγαθὴ χωρεῖ διὰ πάντων, σοῦ τῶν Ἑλλήνων οὐκ ἄνευ θείας μοίρας νυνὶ βεβασιλευκότος, ὀψὲ γοῦν τοὺς ἡμετέρους φῶς ἐλεύθερον ὄψεσθαι.
Βλέπουμε λοιπόν, πως Ελληνική συνείδηση υπήρχε και παραϋπήρχε όχι μόνο πριν τον Νεοελληνικό διαφωτισμό, αλλά και ακόμα και στο Βυζάντιο. Απλά, οι διαστρεβλωτές της ιστορίας την δουλειά τους κάνουν.
Το οποίο μας φέρνει στην κυρία Αρβελέρ, η οποία στην Ελλάδα πλασάρεται ως αυθεντία στο Βυζάντιο και συχνά-πυκνά την βλέπουμε στους δέκτες της τηλεόρασης. Δυστυχώς όμως για τα πλήθη στα οποία πλασάρεται, η κυρία Αρβελέρ ήταν ρωμανιδίστρια πριν τον Ρωμανίδη (στην καλύτερη περίπτωση) κατά έναν τρόπο, αφού υποστήριζε και ακόμη υποστηρίζει απίστευτες θεωρίες, όπως το ότι οι Βυζαντινοί ήταν μπασταρδεμένοι εξελληνισμένοι Ρωμαίοι και πως αυτό ήταν ένα ιμπεριαλιστικό και ρατσιστικό δημιούργημα. Έχοντας απαντήσει ήδη για την ελληνικότητα του Βυζαντίου, δεν θα μακρυγορήσουμε για την κυρία Αρβελέρ. Θα σημειώσουμε μόνο για το ότι διαβάζουμε στο «Η Πολιτική Ιδεολογία Της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», Εκδόσεις Ψυχογιός, Αθήνα, Μάϊος 2007, σελ. 64:
Αυτή η συμπεριφορά εξηγεί τις μεταμορφώσεις που επήλθαν στη βυζαντινή ιμπεριαλιστική ιδέα. Η εξέλιξή της βρίσκεται στην πηγή του συλλογικού αισθήματος υπεροχής, του βυζαντινού σωβινισμού, που πήρε συχνά τη μορφή ενός ιδιόμορφου ρατσισμού κι εκδηλώθηκε προς καθετί που θεωρήθηκε ξένο προς το σύνολο των Βυζαντινών.
Πραγματικά είναι αδύνατον να την ακολουθήσεις αν δεν φοράς τις ίδιες παρωπίδες, αφού η ίδια σε συνέντευξή της έχει δηλώσει πως ο πολυπολυτισμός και η ανοιχτή κοινωνία είναι ωραία πράγματα αφού υπήρχαν μη Έλληνες στην καταγωγή αυτοκράτορες στο Βυζάντιο, ενώ στα βιβλία της μας περιγράφει το τελευταίο ως σωβινιστικό και ρατσιστικό. Βέβαια, εντελώς συμπτωματικά η κυρία Αρβελέρ, φιλελεύθερη και προοδευτική, ανήκει στον ίδιο πολιτικό και ιδεολογικό χώρο που δέχθηκε την ιστορία με τις παρωπίδες του Δημαρά, δηλαδή τον Μαρξισμό. Και εννοείται πως το ότι λίγα χρόνια μετά τον γάμο της με τον εβραίο σύζυγό της Ζακ Αρβάϊλερ έγινε η πρώτη γυναίκα πρύτανης στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης είναι επίσης σύμπτωση…
Μετά την ιστορική ανάλυση, συνοψίζουμε τις ευρύτατα διαδεδομένες θεωρίες στην Ελλάδα και τους υποστηρικτές αυτών:
Οι θεωρίες του Δημαρά, αν και ανυπόστατες, υποστηρίζονται από μαρξιστές και προοδευτικούς.
Οι θεωρίες του Ρωμανίδη και της Αρβελέρ, αν και ανυπόστατες, υποστηρίζονται από θεολόγους, θεοσεβόμενους, πατέρες της εκκλησίας και αριστερούς που απορρίπτουν τον εθνικισμό και τον φυλετισμό.
Ο συνδυασμός της απαρχαιωμένης θεώρησης πως οι Βυζαντινοί προτιμούσαν το όνομα Ρωμαίος, μισώντας τους Έλληνες, και αυτής του Δημαρά, αν και ανυπόστατος, υποστηρίζεται από τους αρχαιολάτρες.
Το κοινό όλων αυτών των θεωριών; Πασιφανέστατο δεν είναι; Όλες εισαγάγουν μία τεχνητή ασυνέχεια στην διαχρονικότητα του Ελληνισμού. Είδατε τι ωραία δεξιοί, αριστεροί, κομμουνιστές, παπάδες, προοδευτικοί, συντηρητικοί, αρχαιολάτρες (πολλοί εκ των οποίων εθνικοσοσιαλιστές, οι οποίοι υποτίθεται πως υποστηρίζουν το αμιγές της Ελληνικότητάς τους, ενώ όλοι τους υποτίθεται πως πιστεύουν στην «πατρώα θρησκεία», η οποία απ’ ό,τι φαίνεται δεν είναι καθόλου τέτοια αφού υπάρχει ασυνέχεια) και θεοσεβούμενοι είναι μια ωραία παρέα;
Όταν λοιπόν ακούτε για τα «παιδιά του Κοραή», τρέξτε μακριά να σωθείτε. Και να γνωρίζετε πως, αν και πολλά από αυτά αρνούνται ότι είναι παιδιά του, όχι μόνο είναι, αλλά ο αριθμός τους τελικά είναι μεγαλύτερος από αυτόν των παιδιών του Κολοκοτρώνη, τον οποίον και στο «Ο Κολοκοτρώνης: Απομνημονεύματα του Κολοκοτρώνη (Διήγησις συμβάντων της Ελληνικής φυλής 1770-1836), Ρητά του Κολοκοτρώνη, Τραγούδια των Κολοκοτρωναίων», Tόμος Β, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα, 1901, σελ. 13 διαβάζουμε να λέει (είναι προφανές πως όταν αναφέρεται στον βασιλιά του, μιλάει για τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο):
«Αὐτὸ δὲν γίνεται ποτέ, ἐλευθερία ἣ θάνατος· ἐμεῖς καπετὰν Ἅμιλτον ποτὲ συμβιβασμὸν δὲν ἐκάμαμεν μὲ τοὺς Τούρκους· ἄλλους ἔκοψε, ἄλλους ἐσκλάβωσε μὲ τὸ σπαθὶ καὶ ἄλλοι καθὼς ἐμεῖς, ἐζούσαμεν ἐλεύθεροι ἀπὸ γενεὰ εἰς γενεά· ὁ βασιλεύς μας ἐσκοτώθη, καμμία συνθήκη δὲν ἔκαμε· ἡ φρουρά του εἶχε παντοτεινὸν πόλεμον μὲ τοὺς Τούρκους καὶ δύο φρούρια ἦτον πάντοτε ἀνυπότακτα». Μὲ εἶπε: «Ποία εἶναι ἡ βασιλικὴ φρουρά του, ποῖα εἶναι τὰ φρούρια ;»-«Ἡ φρουρὰ τοῦ Βασιλέως μας εἶνε οἱ λεγόμενοι Κλέφται, τὰ φρούρια ἡ Μάνη καὶ τὸ Σούλι καὶ τὰ βουνά·» Ἔτσι δὲν μὲ ὡμίλησε πλέον.
Είπαμε, το παιχνίδι είναι στημένο, ακόμα να το καταλάβετε;
https://colaphus.wordpress.com

Δημοσίευση σχολίου

Επιτρέπονται σχόλια σε ότι γλώσσα θέλετε, φυσικά και σε greeklish.
ΥΒΡΙΣΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ ΔΕΝ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ

ΟΙ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΩΝ ΔΕΝ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΑΠΟΨΕΙΣ ΤΩΝ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΩΝ

ΔΕΝ ΦΕΡΟΥΜΕ ΚΑΜΙΑ ΕΥΘΥΝΗ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ Ή ΕΠΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ

Νεότερη Παλαιότερη

'